Λευχαιμία

Κοινοποίηση:

Λευχαιμία σημαίνει παθολογικός πολλαπλασιασμός και επικράτηση των λευκών αιμοσφαιρίων. Κάποιες λευχαιμίες εξελίσσονται ταχέως, με τους ασθενείς συχνά να επιδεινώνονται κλινικά μέσα  σε μικρά  χρονικά διαστήματα. Αυτές είναι οι «οξείες λευχαιμίες» και έχουν ως αποτέλεσμα την πλήρη δυσλειτουργία του μυελού των οστών και την αδυναμία παραγωγής  φυσιολογικών κυττάρων. Η οξεία λευχαιμία εμφανίζεται σε κάθε ηλικία, ωστόσο στην παιδική ηλικία είναι πιο συχνά οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, ενώ με την ενηλικίωση, η οξεία μυελογενής λευχαιμία γίνεται πιο συχνή.

Οι χρόνιες λευχαιμίες αντίθετα δείχνουν προτίμηση σε ηλικιωμένους ενήλικες, και συχνά η διάγνωση μπαίνει τυχαία μετά από εξετάσεις αίματος που γίνονται για άλλο λόγο. Μερικές φορές οι ασθενείς δεν χρειάζεται να ξεκινήσουν τη θεραπεία άμεσα, με το που θα τεθεί δηλαδή η διάγνωση.

Οι οξείες λευχαιμίες είναι επιθετικοί καρκίνοι των λευκών αιμοσφαιρίων. Διακρίνονται σε δύο κύριους τύπους, οξεία μυελογενή λευχαιμία (ή AML) με συχνότητα περίπου 2500 νέα περιστατικά το χρόνο και οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ή ALL) με  600-700 περιστατικά ετησίως. Η οξεία λευχαιμία συχνά θεωρείται νόσος της παιδικής ηλικίας και τουλάχιστον όσο αναφορά την οξεία λεμφοβλαστική, είναι ο συχνότερος καρκίνος που επηρεάζει τα παιδιά. Ωστόσο, και οι δύο τύποι εμφανίζονται πιο συχνά καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν.

Τυπικά εκδηλώνονται με αποτυχία στην παραγωγής αίματος. Αυτό μπορεί να πάρει τη μορφή συμπτωμάτων αναιμίας, όπως κόπωση, δύσπνοια ή απλά ωχρότητα δέρματος. Ο χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων μπορεί να προκαλέσει εύκολους μώλωπες ή αιμορραγία. Ακόμα μπορεί να εκδηλωθούν μικρές πετέχειες/αιμορραγικά στίγματα, που αρχικά συνήθως αφορούν τα κάτω άκρα και οφείλονται σε δερματικές αιμορραγίες. Μπορεί επίσης να προκληθεί υπερβολική αιμορραγία ούλων ή αιμορραγία από την μύτη. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να κυμανθεί από πολύ χαμηλό ή παθολογικά υψηλό κατά τη διάγνωση, αλλά όπως και να έχει τα λευκά αιμοσφαίρια είναι δυσλειτουργικά και αποτυγχάνουν να εκτελέσουν την προγραμματισμένο ρόλο τους, που είναι η καταπολέμηση των παθογόνων μικροοργανισμών, με αποτέλεσμα συχνές ή ασυνήθιστης βαρύτητας λοιμώξεις (πχ πνευμονία).

Η λευχαιμία δεν αποτελεί συνήθως την πρώτη πιθανή διάγνωση με τα αρχικά συμπτώματα, και οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζονται μετά από παθολογική εξέταση αίματος, και επείγουσα επικοινωνία από τον θεράποντα ιατρό ή το μικροβιολογικό εργαστήριο. Θα απαιτηθεί  μυελόγραμμα και βιοψία μυελού των οστών για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση, και παράλληλα να συλλεχθούν και άλλες κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τη γενετική και τη μοριακή βάση της νόσου.

Η έκβαση και η θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας εξαρτώνται από την γενετική βλάβη που κρύβεται πίσω από τη νόσο, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου όπως η ηλικία, ο αριθμός των λευκών και το εάν η νόσος έχει προκληθεί ως αποτέλεσμα προηγηθείσας χημειοθεραπείας ή προϋπάρχουσας μυελοδυσπλασίας. Η απάντηση στο αρχικό σχήμα της θεραπείας είναι επίσης καθοριστικής σημασίας. Με βάση τα παραπάνω, η λευχαιμία ταξινομείται σε καλού, ενδιάμεσου ή υψηλού κινδύνου.

Η θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας περιλαμβάνει σχετικά εντατική χημειοθεραπεία που χορηγείται σε διάστημα 5-10 ημερών με παράλληλη νοσηλεία. Ακολουθείται από περίοδο κυτταροπενιών, δηλαδή αναμενόμενα χαμηλών τιμών κυττάρων του αίματος.

Επόμενο άρθρο
Μυέλωμα
Προηγούμενο άρθρο
Λεμφώματα
Μενού
Call Now Button